βοτανίζω

βοτᾰν-ίζω,
A root up weeds, Thphr.CP3.20.9, PLond.1.131rii 42 (i A. D.), GP.3.3.13:— [voice] Pass., ib.2.24.3.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βοτανίζω — βοτανίζω, βοτάνισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • βοτανίζω — (AM βοτανίζω) [βοτάνη] ξεριζώνω τα άγρια χόρτα από καλλιεργημένο χώρο …   Dictionary of Greek

  • βοτανίζω — ισα, ίστηκα, βοτανισμένος, μαζεύω, ξεριζώνω τα ζιζάνια από καλλιεργημένο χωράφι, ξεχορταριάζω: Κάθε άνοιξη βοτανίζουμε τ’ αμπέλι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βοτανίσαι — βοτανίζω root up weeds aor inf act βοτανίσαῑ , βοτανίζω root up weeds aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοτανιζέσθω — βοτανίζω root up weeds pres imperat mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοτανισθῆναι — βοτανίζω root up weeds aor inf pass …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοτανίζειν — βοτανίζω root up weeds pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοτανίζεσθαι — βοτανίζω root up weeds pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξεβοτανίζω — ξεριζώνω και μαζεύω τα άγρια χόρτα που φυτρώνουν ανάμεσα στα ήμερα, βοτανίζω, ξεχορτιαριάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἐκ βοτανίζω (αόρ. ἐξ εβοτάνισα) (βλ. και λ. ξ[ε] *)] …   Dictionary of Greek

  • αβοτάνιστος — η, ο [βοτανίζω] (για αγρούς) αυτός που δεν βοτανίστηκε, από τον οποίο δεν αφαιρέθηκαν τα αγριόχορτα, τα ζιζάνια …   Dictionary of Greek

  • αγριαδολογώ — ( έω) [*αγριαδολόγος] αφαιρώ τα αγριόχορτα από σπαρμένο αγρό, βοτανίζω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.